Υμνος εις την Ελευθερία
158 Στοιχοι


- Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετρά τη γη.
- Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
- Εκεί μέσα εκατοικούσες Πικραμένη, εντροπαλή, Κι ένα στόμα ακαρτερούσες, Έλα πάλι, να σου πη.
- Aργειε νάλθη εκείνη η μέρα, Και ήταν όλα σιωπηλά, Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
- Δυστυχής! Παρηγορία Μόνη σου έμενε να λες Περασμένα μεγαλεία Και διηγώντας τα να κλαις.
- Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει Φιλελεύθερη λαλιά, Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι Από την απελπισιά.
- Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω Το κεφάλι από τς ερμιές; Κι αποκρίνοντο από πάνω Κλάψες, άλυσες, φωνές.
- Τότε εσήκωνες το βλέμμα Μες στα κλάιματα θολό, Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα, Πλήθος αίμα Ελληνικό.
- Με τα ρούχα αιματωμένα Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά Να γυρεύης εις τα ξένα Aλλα χέρια δυνατά.
- Μοναχή το δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, Εάν η χρεία τες κουρταλή.
- Aλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, Αλλ’ ανάσασιν καμιά Aλλος σου έταξε βοήθεια Και σε γέλασε φρικτά.
- Aλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου Οπού εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου, Σύρε ελέγαν οι σκληροί.
- Φεύγει οπίσω το ποδάρι Και ολοκλήγορο πατεί Ή την πέτρα ή το χορτάρι Που τη δόξα σου ενθυμεί.
- Ταπεινότατη σου γέρνει Η τρισάθλια κεφαλή, Σαν πτωχού που θυροδέρνει Κι’ είναι βάρος του η ζωή.
- Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει Κάθε τέκνο σου με ορμή, Που ακατάπαυστα γυρεύει Ή τη νίκη ή τη θανή.
- Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
- Μόλις είδε την ορμή σου Ο ουρανός, που για τς εχθρούς Εις τη γη τη μητρική σου Έτρεφ’ άνθια και καρπούς.
- Εγαλήνευσε και εχύθη Καταχθόνια μία βοή, Και του Ρήγα σου απεκρίθη Πολεμόκραχτη η φωνή.
- Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν Χαιρετώντας σε θερμά, Και τα στόματα εφωνάξαν Όσα αισθάνετο η καρδιά.
- Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια Του Ιονίου και τα νησιά, Και εσηκώσανε τα χέρια Για να δείξουνε χαρά.
- Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο Το καθένα τεχνικά, Και εις το μέτωπο γραμμένο Έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.
- Γκαρδιακά χαροποιήθη Και του Βάσιγκτον η γη, Και τα σίδερα ενθυμήθη Που την έδεναν και αυτή.
- Απ’ τον πύργο του φωνάζει, Σα να λέη σε χαιρετώ, Και τη χήτη του τινάζει Το Λεοντάρι το Ισπανό.
- Ελαφιάσθη της Αγγλίας Το θηρίο, και σέρνει ευθύς Κατά τ’άκρα της Ρουσίας Τα μουγκρίσματα της οργής.
- Εις το κίνημά του δείχνει Πως τα μέλη είν’ δυνατά Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει Μια σπιθόβολη ματιά.
- Σε ξανοίγει από τα νέφη Και το μάτι του Αετού, Που φτερά και νύχια θρέφει Με τα σπλάχνα του Ιταλού.
- Και σ’ εσέ καταγυρμένος, Γιατί πάντα σε μισεί, Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος, Να σε βλάψη, αν ημπορή.
- Aλλο εσύ δεν συλλογιέσαι Πάρεξ που θα πρωτοπάς Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι Στες βρισιές οπού αγρικάς.
- Σαν τον βράχον οπού αφήνει Κάθε ακάθαρτο νερό Εις τα πόδια του να χύνη Ευκολόσβηστον αφρό.
- Οπού αφήνει ανεμοζάλη Και χαλάζι και βροχή Να του δέρνουν τη μεγάλη, Την αιώνιαν κορυφή.
- Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του, Οποιανού θέλει βρεθή Στο μαχαίρι σου αποκάτου Και σ’ εκείνο αντισταθή.
- Το θηρίο π’ ανανογιέται, Πως του λείπουν τα μικρά, Περιορίζεται, πετιέται, Αίμα ανθρώπινο διψά.
- Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, Τα λαγκάδια, τα βουνά, Κι όπου φθάση, όπου περάση, Φρίκη, θάνατος, ερμιά.
- Ερμιά, θάνατος και φρίκη Όπου επέρασες κι εσύ Ξίφος έξω από τη θήκη Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
- Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει Της αθλίας Τριπολιτσάς Τώρα τρόμου αστροπελέκι Να της ρίψης πιθυμάς.
- Μεγαλόψυχο το μάτι Δείχνει, πάντα οπώς νικεί, Και ας είν’ άρματα γεμάτη Και πολέμιαν χλαλοή.
- Σου προβαίνουνε και τρίζουν Για να ιδής πως είν’ πολλά Δεν ακούς που φοβερίζουν Aνδρες μύριοι και παιδιά;
- Λίγα μάτια, λίγα στόματα Θα σας μείνουνε ανοιχτά Για να κλαύσετε τα σώματα Που θε νάβρη η συμφορά.
- Κατεβαίνουνε, και ανάφτει Του πολέμου αναλαμπή. Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, Λάμπει, κόφτει το σπαθί.
- Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγη Και στο κάστρο ν’ ανεβή.
- Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι, Οπού φεύγοντας δειλιούν Τα λαβώματα στην πλάτη Δέχοντ’ ώστε ν’ ανεβούν.
- Εκεί μέσα ακαρτερείτε Την αφεύγατη φθορά Να, σας φθάνει, αποκριθήτε Στις νυκτός τη σκοτεινιά.
- Αποκρίνονται, και η μάχη Έτσι αρχίζει, οπού μακριά Από ράχη εκεί σε ράχη Αντιβούιζε φοβερά.
- Ακούω κούφια τα τουφέκια, Ακούω σμίξιμο σπαθιών, Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, Ακούω τρίξιμο δοντιών.
- Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη Που την τρέμει ο λογισμός; Aλλος ύπνος δεν εγίνη Πάρεξ θάνατου πικρός.
- Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, Οι κραυγές, η ταραχή, Ο σκληρόψυχος ο τρόπος Του πολέμου, και οι καπνοί.
- Και οι βροντές, και το σκοτάδι, Οπού αντίσκοφτε η φωτιά, Επαράσταιναν τον άδη Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.
- Τ’ ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ’ ίσκιοι Αναρίθμητοι γυμνοί, Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, Βρέφη ακόμη εις το βυζί.
- Όλη μαύρη μυρμηγικάζει, Μαύρη η εντάφια συντροφιά, Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει Τα κρεβάτια τα στερνά.
- Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι Επετιούντο από τη γη, Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι Από τούρκικην οργή.
- Τόσα πέφτουνε τα θέρι- σμένα αστάχια εις τους αγρούς Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.
- Θαμποφέγει κανέν’ άστρο, Και αναδεύοντο μαζί, Αναβαίνοντας το κάστρο Με νεκρώσιμη σιωπή.
- Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, Μες στο δάσος το πυκνό, Όταν στέλνη μίαν αχνάδα Μισοφέγγαρο χλωμό.
- Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια Τα κλαδιά μουγκοφυσούν, Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
- Με τα μάτια τους γυρεύουν Όπου είν’ αίματα πηχτά, Και μες στ’ αίματα χορεύουν Με βρυχίσματα βραχνά.
- Και χορεύοντας μανίζουν Εις τους Έλληνας κοντά, Και τα στήθια τους εγγίζουν Με τα χέρια τα ψυχρά.
- Εκειό το έγγισμα πηγαίνει Βαθιά μες στα σωθικά, Όθεν όλη η λύπη βγαίνει, Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
- Τότε αυξαίνει του πολέμου Ο χορός τρομακτικά, Σαν το σκόρπισμα του ανέμου Στου πελάου τη μοναξιά.
- Κτυπούν όλοι απάνου κάτου Κάθε κτύπημα που εβγή Είναι κτύπημα θανάτου, Χωρίς να δευτερωθή.
- Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει Λες και εκείθεν η ψυχή Απ’ το μίσος που την καίει Πολεμάει να πεταχθή.
- Της καρδίας κτυπίες βροντάνε Μες στα στήθια τους αργά, Και τα χέρια οπού χουμάνε Περισσότερο είν’ γοργά.
- Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι, Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη Γι’ αυτούς όλους το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί.
- Τόση η μάνητα και η ζάλη, Που στοχάζεσαι, μη πως Από μία μεριά και απ’ άλλη Δεν μείνη ένας ζωντανός.
- Κοίτα χέρια απελπισμένα Πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα Χέρια, πόδια, κεφαλές.
- Και παλάσκες και σπαθία Με ολοσκόρπιστα μυαλά, Και με ολόσχιστα κρανία Σωθικά λαχταριστά.
- Προσοχή καμία δεν κάνει Κανείς, όχι εις τη σφαγή Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει, Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;
- Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο, Πάρεξ όταν ξαπλωθή; Δεν αισθάνονται τον κόπο Και λες κι’ είναι εις την αρχή.
- Ολιγόστευαν οι σκύλοι, Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά Και των Χριστιανών τα χείλη Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.
- Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, Πάντα εφώναζαν φωτιά, Και οι μιαροί κατασκορπιούντο, Πάντα σκούζοντας Αλλά.
- Παντού φόβος και τρομάρα Και φωνές και στεναγμοί Παντού κλάψα, παντού αντάρα, Και παντού ξεψυχισμοί.
- Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί. Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι Εις την τέταρτη αυγή.
- Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη Και κυλάει στη λαγκαδιά, Και το αθώο χόρτο πίνει Αίμα αντίς για τη δροσιά.
- Της αυγής δροσάτι αέρι, Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό Στων ψευδόπιστων το αστέρι Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
- Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
- Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.
- Εις τον ήσυχον αιθέρα Τώρα αθώα δεν αντηχεί Τα λαλήματα η φλογέρα, Τα βελάσματα το αρνί.
- Τρέχουν άρματα χιλιάδες Σαν το κύμα εις το γιαλό Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες Δεν ψηφούν τον αριθμό.
- Ω τρακόσιοι! Σηκωθήτε Και ξανάλθετε σ’ εμάς Τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε Πόσο μοιάζουνε με σας.
- Όλοι εκείνοι τα φοβούνται Και με πάτημα τυφλό Εις την Κόρινθο αποκλειούνται Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.
- Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου Πείναν και Θανατικό Που με σχήμα ενός σκελέθρου Περπατούν αντάμα οι δύο.
- Και πεσμένα εις τα χορτάρια Απεθαίνανε παντού Τα θλιμμένα απομεινάρια Της φυγής και του χαμού.
- Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, Που ό,τι θέλεις ημπορείς, Εις τον κάμπο, Ελευθερία, Ματωμένη περπατείς.
- Στη σκιά χεροπιασμένες, Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ Κρινοδάκτυλες παρθένες Οπού κάνουνε χορό.
- Στο χορό γλυκογυρίζουν Ωραία μάτια ερωτικά, Και εις την αύρα κυματίζουν Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
- Η ψυχή μου αναγαλλιάζει Πώς ο κόρφος καθεμιάς Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.
- Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, Το ποτήρι δεν βαστώ Φιλελεύθερα τραγούδια Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
- Απ’τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
- Πήγες εις το Μεσολόγγι Την ημέρα του Χριστού, Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι Για το τέκνο του Θεού.
- Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό, Και το δάκτυλο κινώντας Οπού ανεί τον ουρανό.
- Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά Και φιλώντας σου στο στόμα Μπαίνει μες στην εκκλησιά.
- Εις την τράπεζα σιμώνει Και το σύγνεφο το αχνό Γύρω γύρω της πυκνώνει Που σκορπάει το θυμιατό.
- Αγρικάει την ψαλμωδία Οπού εδίδαξεν αυτή Βλέπει τη φωταγωγία Στους Αγίους εμπρό χυτή.
- Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν Με πολλή ποδοβολή, Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ.
- Α! Το φως που σε στολίζει, Σαν ηλίου φεγγοβολή, Και μακρόθεν σπινθηρίζει, Δεν είναι, όχι, από τη γη.
- Λάμψιν έχει όλη φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός Φως το χέρι, φως το πόδι Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.
- Το σπαθί σου αντισηκώνεις, Τρία πατήματα πατάς, Σαν τον πύργο μεγαλώνεις, Και εις το τέταρτο κτυπάς.
- Με φωνή που καταπείθει Προχωρώντας ομιλείς «Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
- Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε: Εγώ είμ’ Aλφα, Ωμέγα εγώ Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε Εσείς όλοι, αν οργισθώ;
- Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, Που μ’ αυτήν αν συγκριθή Κείνη η κάτω οπού σας έχω Σαν δροσιά θέλει βρεθή.
- Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, Τόπους άμετρα υψηλούς, Χώρες, όρη από τη ρίζα, Ζώα και δένδρα και θνητούς.
- Και το πάν το κατακαίει, Και δεν σώζεται πνοή, Πάρεξ του άνεμου που πνέει Μες στη στάχτη τη λεπτή.
- Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού του είσαι αδελφή; Ποιός είν’ άξιος να νικήση, Ή με σε να μετρηθή;
- Η γη αισθάνεται την τόση Του χεριού σου ανδραγαθιά, Που όλην θέλει θανατώσει Τη μισόχριστη σπορά.
- Την αισθάνονται, και αφρίζουν Τα νερά, και τ’ αγρικώ Δυνατά να μουρμουρίζουν Σαν να ρυάζετο θηριό.
- Κακορίζικοι, που πάτε Του Αχελώου μες στη ροή, Και πιδέξια πολεμάτε Από την καταδρομή.
- Να αποφύγετε! Το κύμα Έγινε όλο φουσκωτό Εκεί ευρήκατε το μνήμα Πριν να ευρήτε αφανισμό.
- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει Κάθε λαρυγγας εχθρού, Και το ρεύμα γαργαρίζει Τες βασφήμιες του θυμού.
- Σφαλερά τετραποδίζουν Πλήθος άλογα, και ορθά Τρομασμένα χλιμιτρίζουν Και πατούν εις τα κορμιά.
- Ποίος στον σύντροφον απλώνει Χέρι, ωσάν να βοηθηθή Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει Όσο οπού να νεκρωθή.
- Κεφαλές απελπισμένες, Με τα μάτια πεταχτά, Κατά τ’άστρα σηκωμένες Για την ύστερη φορά.
- Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη Του Αχελώου νεροσυρμή- Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι, Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
- Έτσι ν’ άκουα να βουίξη Τον βαθύν Ωκεανό, Και στο κύμα του να πνίξη Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.
- Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία, Μες στους λόφους τους επτά, Όλα τ’άψυχα κορμία Βραχοσύντριφτα, γυμνά.
- Σωριασμένα να τα σπρώξη Η κατάρα του Θεού, Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη Ο αδελφός του Φεγγαριού.
- Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη, Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη Μεταξύ τους, και ας μετρά.
- Ένα λείψανο ανεβαίνει Τεντωτό, πιστομητό, Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει Και δεν φαίνεται και πλιό.
- Και χειρότερα αγριεύει Και φουσκώνει ο ποταμός Πάντα πάντα περισσεύει Πολυφλοίσβισμα και αφρός.
- Α! Γιατί δεν έχω τώρα Τη φωνή του Μωυσή; Μεγαλόφωνα, την ώρα Οπού εσβηούντο οι μισητοί.
- Τον Θεόν ευχαριστούσε Στου πελάου τη λύσσα εμπρός, Και τα λόγια ηχολογούσε Αναρίθμητος λαός.
- Ακλουθάει την αρμονία Η αδελφή του Ααρών, Η προφήτισσα Μαρία, Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.
- Και πηδούν όλες οι κόρες Με τις αγάλες ανοικτές, Τραγουδώντας, ανθοφόρες, Με τα τύμπανα τερπνόν.
- Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετράει τη γη.
- Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο, Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο Και το πέλαγο για σε.
- Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει Κύματ’ άπειρα εις τη γη, Με τα οποία την περιζώνει, Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.
- Με βρυχίσματα σαλεύει Που τρομάζει η ακοή Κάθε ξύλο κινδυνεύει Και λιμιώνα αναζητεί.
- Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη Και το λάμψιμο του ηλιού, Και τα χρώματα αναδίνει Του γλαυκότατου ουρανού.
- Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο, Στην ξηρά εσύ ποτέ Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο Και το πέλαγο για σε.
- Περνούν άπειρα τα ξάρτια, Και σαν λόγγος στριμωχτά Τα τρεχούμενα κατάρτια, Τα ολοφούσκωτα πανιά.
- Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, Και αγκαλά δεν είν’ πολλές, Πολεμώντας, αλλά διώχνεις, Aλλα παίρνεις, αλλά καις.
- Με επιθύμια να τηράζης Δύο μεγάλα σε θωρώ, Και θανάσιμον τινάζεις Εναντίον τους κεραυνό.
- Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει, Και σηκώνει μια βροντή, Και το πέλαο χρωματίζει Με αιματόχροη βαφή.
- Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι Και δεν μνέσκει ένα κορμί Χάρου, σκιά του Πατριάρχη, Που σ’ επέταξαν εκεί.
- Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή, Και τους έτρεμαν τα χείλη Δίνοντάς τα εις το φιλί.
- Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε Τώρα πλέον δεν τες πατεί, Και το χέρι οπού εφιλήστε Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.
- Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος Ο αρχηγός της Εκκλησιάς Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος Ωσάν νάτανε φονιάς.
- Έχει ολάνοικτο το στόμα Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή Τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα Λες πως θε να ξαναβγή.
- Η κατάρα που είχε αφήσει Λίγο πριν να αδικηθή Εις οποίον δεν πολεμήση Και ημπορεί να πολεμή.
- Την ακούω, βροντάει, δεν παύει Εις το πέλαγο, εις τη γη, Και μουγκρίζοντας ανάβει Την αιώνιαν αστραπή.
- Η καρδιά συχνοσπαράζει... Πλην τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάκτυλο η θεά.
- Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φορές μ’ανησυχιά Προσηλώνεται κατόπι Στην Ελλάδα, και αρχινά:
- Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι Για σας όλοι είναι χαρά, και το γόνα σας δεν τρέμει Στους κινδύνους εμπροστά.
- Απ’ εσάς απομακραίνει Κάθε δύναμη εχθρική Αλλά ανίκητη μια μένει Που τες δάφνες σας μαδεί.
- Μία, που όταν ωσάν λύκοι Ξαναρχόστενε ζεστοί, Κουραμένοι από τη νίκη, Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.
- Η Διχόνοια που βαστάει Ενα σκήπτρο η δολερή Καθενός χαμογελάει, Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.
- Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει Έχει αλήθεια ωραία θωριά Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει Εισέ δάκρυα θλιβερά.
- Από στόμα οπού φθονάει, Παλληκάρια, ας μην ‘πωθή, Πως το χέρι σας κτυπάει Του αδελφού την κεφαλή.
- Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έθνη αληθινά: Εάν μισούνται ανάμεσό τους Δεν τους πρέπει ελευθεριά.
- Τέτοια αφήστενε φροντίδα Όλο το αίμα οπού χυθή Για θρησκεία και για πατρίδα Όμοιαν έχει την τιμή.
- Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε Για πατρίδα, για θρησκειά, Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε Σαν αδέλφια γκαρδιακά.
- Πόσον λείπει, στοχασθήτε, Πόσο ακόμη να παρθή Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε, Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.
- Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!... Καταστήστε ένα σταυρό, Και φωνάξετε με μία: Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.
- Το σημείον που προσκυνάτε Είναι τούτο, και γι’αυτό Ματωμένους μας κοιτάτε Στον αγώνα το σκληρό.
- Ακατάπαυστα το βρίζουν Τα σκυλιά και το πατούν Και τα τέκνα του αφανίζουν Και την πίστη αναγελούν.
- Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη Αίμα αθώο χριστιανικό, Που φωνάζει από τα βάθη Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.
- Δεν ακούτε, εσείς εικόνες Του Θεού, τέτοια φωνή; Τώρα επέρασαν αιώνες Και δεν έπαυσε στιγμή.
- Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος Σαν του Αβέλ καταβοά Δεν είν’ φύσημα του αέρος Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
- Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε Να αποκτήσωμεν εμείς Λευθερίαν, ή θα την λύστε Εξ αιτίας Πολιτικής;
- Τούτο ανίσως μελετάτε, Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και κτυπήσετε κι’ εδώ.

- Διονύσιος Σολωμός Ζάκυνθος 1823, “Εθνικό είναι μόνο ό,τι είναι αληθινό…”